Sinthesis.eu

Τριαντόπουλος Χρήστος – Δοκιμασία για την Επάνοδο στην ΟΝΕ

Το 2014 είναι μία κομβική χρονιά για την τρέχουσα κατάσταση που βιώνει η ελληνική οικονομία και κοινωνία, καθώς προσδοκάται αφενός η επαναφορά της οικονομικής δραστηριότητας σε θετικό πρόσημο με αντίστοιχη θετική -έστω και μικρή- επίδραση στην απασχόληση, και αφετέρου η εδραίωση και διεύρυνση, σε όρους Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, της πλεονασματικής πρωτογενούς λειτουργίας του πολύπαθου κράτους, μετά τις τεράστιες θυσίες της κοινωνίας.

Το στοιχείο, βέβαια, στο οποίο εδράζεται η κομβικότητα της νέας χρονιάς, είναι ότι διαφαίνεται πως θα αποτελέσει -αφήνοντας προσωρινά εκτός ανάλυσης το θεμελιώδες ζήτημα της ανάπτυξης- ένα έτος «δοκιμασίας» για την προσπάθεια σταθεροποίησης των δημοσίων οικονομικών, η οποία σε μεγάλο βαθμό τροφοδοτεί το (μειωμένο) κεφάλαιο αξιοπιστίας της χώρας.

Είναι σημαντικό, δηλαδή, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά η Ελλάδα να επιτύχει τους δημοσιονομικούς στόχους που έχει θέσει και να συνεχίσει την πλεονασματική, σε πρωτογενές επίπεδο, λειτουργία του Δημοσίου, σηματοδοτώντας, μετά την περίοδο ένταξης της χώρας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), οπότε και παρουσίαζε πρωτογενή πλεονάσματα (ως το 2002), μία δεύτερη περίοδο «επανόδου στην ΟΝΕ».

Το στοιχείο της «δοκιμασίας», παράλληλα με την εξάντληση (και όχι απλώς κόπωση, όπως συνηθίζεται να λέγεται) της κοινωνίας από το εγχείρημα προσαρμογής,  έγκειται στο γεγονός ότι το 2014 αποτελεί έτος διπλών (τοπικών και ευρωπαϊκών), αλλά όχι εθνικών εκλογών. Όπως, δυστυχώς, αποτυπώνεται στην εξέλιξη του δημοσιονομικού ελλείμματος την τελευταία (τουλάχιστον) 40ετία τα δημόσια οικονομικά της χώρας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τον εκλογικό κύκλο του εγχώριου πολιτικού συστήματος, καταδεικνύοντας με τον πλέον ευκρινή τρόπο τη διαχρονική ροπή του τελευταίου προς το δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Πρόκειται, επί της ουσίας, για ένα φαινόμενο που εδραιώθηκε κατά την πολλά «υποσχόμενη» δεκαετία του 1980, οπότε και διογκώθηκε το δημόσιο χρέος της χώρας σε τεράστια για τη δυναμική της χώρας επίπεδα, και δεν κατάφερε να αναχαιτιστεί από την ενταξιακή πορεία της χώρας στην ΟΝΕ, αφού την επομένη της εισαγωγής του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος στην ελληνική οικονομία ξεκίνησε μία νέα εποχή ακόμη πιο έντονου εκλογικού κύκλου, καθώς η χρηματοδότηση του ελληνικού δημοσίου χρέους σε όρους «ευρώ» κατέστη πιο εύκολη και πιο «εύπεπτη» από τις διεθνείς αγορές.

Έτσι, κατά τις χρονιές των εκλογικών αναμετρήσεων παρατηρείται εγκατάλειψη των όποιων -προγενέστερων των εκλογών- προσπαθειών δημοσιονομικής προσαρμογής ή συνετής αξιοποίησης των κοινωνικών πόρων, αυξάνοντας το δημοσιονομικό έλλειμμα, καθώς η επιλογή της εκάστοτε κυβερνώσας πολιτικής παράταξης, σε μεγάλο βαθμό, καθορίστηκε είτε από διάθεση «εξυπηρέτησης» των προσκείμενων σε αυτήν κοινωνικών ομάδων και πολιτών, δαπανώντας κοινωνικούς πόρους για πολιτικούς σκοπούς, είτε από διάθεση «μη ενόχλησης» του εκλογικού σώματος, αλλά και οργανωμένων συντεχνιών, υπό το φόβο του πολιτικού κόστους, ανατροφοδοτώντας το παρωχημένο, στρεβλά κρατικιστικό, παραγωγικό μοντέλο.

Πιο πρόσφατη περίπτωση, όπου και αποτυπώθηκε ο συσχετισμός αύξησης του δημοσιονομικού ελλείμματος και εκλογικού κύκλου [σε μελέτη των Σκούρα και Χριστοδουλάκη (2011), καταδεικνύεται και η συσχέτιση των μεγάλων πυρκαγιών και του εκλογικού κύκλου], ήταν -εξαιρώντας τη διπλή εκλογική αναμέτρηση του 2012 λόγω της ιδιαιτερότητας των κυβερνήσεων Παπαδήμου και Πικραμμένου- το 2009, οπότε και το δημοσιονομικό έλλειμμα, μετά και τη διαδικασία αναθεώρησης και επαναταξινόμησης στοιχείων των ετών που ακολούθησαν, ξεπέρασε το 15% του ΑΕΠ. Επρόκειτο για μία -εύθραυστη πολιτικά (λόγω της οριακής κυβερνητικής πλειοψηφίας)- περίοδο διπλών, ευρωπαϊκών και εθνικών, εκλογών που χαρακτηρίστηκε (α) προεκλογικά, από γενικότερη διστακτικότητα για τομές και «γενναίες» πολιτικές που θα απέτρεπαν την επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης, από απουσία πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης για μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και από έντονη αντιπολιτευτική παροχολογία και (β) μετεκλογικά, από (τη συνήθη λόγω της κυβερνητικής «αλλαγής») διοικητική-φοροεισπρακτική αδράνεια και από προδιάθεση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Ωστόσο, συμπληρώνοντας μία αρχική προσέγγιση που διατυπώσαμε με τον Χρήστο Τσαπακίδη (2010), αξίζει να σημειωθεί ότι η περίπτωση του 2009 δεν δύναται να προσεγγιστεί ως απλώς ένα έτος που ακολούθησε με ευλάβεια τον εκλογικό κύκλο, καθώς, παράλληλα με τις εγχώριες ιδιαιτερότητες, καθοριστικής σημασίας ήταν οι επιπτώσεις της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007/2008. Έτσι, εάν στον εν λόγω συλλογισμό -περί σχέσης εκλογικού κύκλου και δημοσιονομικής πολιτικής- συμπεριλάβουμε και τις δημοσιονομικές εξελίξεις στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και της ΟΝΕ κατά την περίοδο που ξέσπασε και επεκτάθηκε η κρίση, προκύπτει ότι η περίπτωση της Ελλάδας ακολούθησε τις ευρωπαϊκές τάσεις. Ειδικότερα, την περίοδο 2007-2009 (α) το δημοσιονομικό έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ i) σε επίπεδο ΕΕ-27 αυξήθηκε από το 0,9% του ΑΕΠ στο 6,9% του ΑΕΠ, δηλαδή κατά 6,5 φορές, ii) σε επίπεδο Ευρωζώνης από το 0,7% του ΑΕΠ στο 6,4% του ΑΕΠ, δηλαδή κατά 8 φορές, και iii) στην Ελλάδα από το -6,8% του ΑΕΠ στο 15,6% του ΑΕΠ, δηλαδή κατά περίπου 1,5 φορά και (β) το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ i) σε επίπεδο ΕΕ-27 αυξήθηκε από το 58,9% του ΑΕΠ στο 74,5% του ΑΕΠ, δηλαδή κατά 0,2 φορές, ii) σε επίπεδο Ευρωζώνης από το 66,4% του ΑΕΠ στο 80% του ΑΕΠ, δηλαδή κατά 0,2 φορές, και iii) στην Ελλάδα από το 107,3% του ΑΕΠ στο 129,7% του ΑΕΠ, δηλαδή, επίσης, κατά 0,2 φορές. Φυσικά, η αφετηρία είναι σαφέστατα διαφορετική, μιας και αποτελεί δομική παθογένεια της Ελλάδας η αδυναμία χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Εάν, λοιπόν, στις ιδιαιτερότητες του «εκλογικού» έτους συνυπολογιστούν και οι επιπτώσεις από τη διόγκωση των διαχρονικών δίδυμων ελλειμμάτων και χρεών του εγχώριου οικονομικού μοντέλου, ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης 2007/2008, -όπως αντίστοιχα επηρέασε δημοσιονομικά και τις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρώπης- καθίσταται «εύλογη» η δημοσιονομική επιδείνωση του 2009.

Το ζητούμενο, συνεπώς, για το 2014, μιας και εντοπίζονται αρκετά από τα «γνωστά» πολιτικά χαρακτηριστικά αντίστοιχων προηγούμενων ετών (λαϊκισμός, απουσία ευρύτερης συναίνεσης, όχι μεγάλη κυβερνητική πλειοψηφία, «επαναστάτες-βουλευτές» χωρίς αιτία, κ.ά.), είναι να μην αποτελέσει ακόμη ένα έτος που θα επιβεβαιώσει τη σχέση δημοσίων οικονομικών και εκλογικού κύκλου, «θυσιάζοντας» τη μεγάλη συνεισφορά της κοινωνίας σε προεκλογικές ή μικροκομματικές σκοπιμότητες. Και δυστυχώς, έχουν αρχίσει αρκετές φωνές και από διάφορες πλευρές του πολιτικού φάσματος να απαιτούν αυτή τη «θυσία», διανθίζοντάς την με ένα μανδύα υποτιθέμενης κοινωνικής δικαιοσύνης που, επί της ουσίας, καλύπτει το άγχος τους για κομματική και πολιτική επιβίωση.

 

Το κρίσιμο, λοιπόν, είναι αυτές οι φωνές να μην βρουν «ευήκοα ώτα» και να μετατραπούν σε μέτρα και πολιτικές, ώστε να ξεπεραστεί η «δοκιμασία» του 2014. Και για να επιτευχθεί αυτό οι βασικοί συντελεστές φαίνεται να είναι τρεις. Η προσήλωση στο εγχείρημα δημοσιονομικής εξυγίανσης, προσαρμογής και πειθαρχίας, αντιμετωπίζοντας ή/και διορθώνοντας την όποια προνομιακή μεταχείριση προς συντεχνιακές ομάδες, κλάδους, ειδικότητες και κοινωνικές ομάδες, ώστε να διασφαλιστεί περαιτέρω η δίκαιη κατανομή και η κοινωνική «νομιμοποίηση» του εγχειρήματος. Ο θεσμικός εξοπλισμός του εγχειρήματος, ενεργοποιώντας και εφαρμόζοντας πλήρως (και εμπλουτίζοντας όπου απαιτείται) τους ήδη θεσπισμένους δημοσιονομικούς κανόνες και πρακτικές (βλ. σχετικό άρθρο) και προχωρώντας στη θεσμοθέτηση ενός ανεξάρτητου, υψηλού επιπέδου, φορέα παρακολούθησης της δημοσιονομικής πολιτικής (βλ. και παλαιότερη πρόταση), ο οποίος σε μία επόμενη φάση θα μπορούσε να επωμιστεί και την αξιολόγηση των προεκλογικών οικονομικών προγραμμάτων των κομμάτων, όπως γίνεται και στην Ολλανδία. Ωστόσο, βασική προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση των δημοσίων οικονομικών, είναι ο τρίτος συντελεστής, ο «παρονομαστής» του δείκτη, δηλαδή η ανάπτυξη της οικονομικής και παραγωγικής δραστηριότητας. Και αυτό διότι, όπως έχει χιλιοειπωθεί, η δημοσιονομική προσαρμογή -αν και αναγκαία- δεν είναι ικανή συνθήκη για να οδηγήσει μία οικονομία σε πορεία εύρωστων δημοσίων οικονομικών και διατηρήσιμης ανάπτυξης. Απαιτούνται, συνεπώς, αφενός η περαιτέρω προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών που θα απελευθερώσουν τις δημιουργικές δυνάμεις της οικονομίας και αφετέρου η εφαρμογή ενός μεγάλου πλάνου αναπτυξιακών πολιτικών. Και εδώ κάπου έρχεται ο πραγματικά αλληλέγγυος ρόλος της ΕΕ. Οψόμεθα.