Sinthesis.eu

Γιαννίτσης

Οι χαμένοι και οι αγνοημένοι της κρίσης

Πριν από λίγους μήνες, στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου «Χάρτης εξόδου από την κρίση: Ένα νέο παραγωγικό μοντέλο για την Ελλάδα» της Διανέοσις, είχε ειπωθεί στο πάνελ το εξής σημαντικό: η κρίση δεν ξεκίνησε το 2009, αλλά το 2001, με την απόρριψη της μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού όταν ήταν αρμόδιος υπουργός ο Τάσος Γιαννίτσης.

Είναι εύκολο να θυμηθεί κανείς τις κατηγορίες που εκτοξεύονταν τόσο από την αντιπολίτευση όσο και από στελέχη που άνηκαν στο κυβερνών κόμμα εναντίον της μεταρρύθμισης και του τότε Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για αναλγησία, φτωχοποίηση συνταξιούχων και όλα τα σχετικά. Η μεταρρύθμιση δεν προχώρησε, ο κ. Γιαννίτσης μετακόμισε σε άλλο χαρτοφυλάκιο και ο γρίφος του ασφαλιστικού παρέμεινε άλυτος μέχρι που συνέβαλε και αυτός στο ξέσπασμα της κρίσης. Ο κ. Γιαννίτσης έχει μία ξεκάθαρη εικόνα για την κρίση και την εκφράζει τεκμηριωμένα σε κάθε ευκαιρία που του δίνεται.

Με το βιβλίο του «Το ασφαλιστικό και η κρίση» (εκδόσεις Πόλις, 2016) μίλησε για το θέμα του ασφαλιστικού. Πριν από λίγους μήνες, επανήλθε στη βιβλιογραφία, αυτή τη φορά σε συνεργασία με τον Σταύρο Ζωγραφάκη (καθηγητή Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης) εστιάζοντας στις κοινωνικές επιπτώσεις της πολυετούς κρίσης. Τίτλος του βιβλίου, το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις, «Ανισότητες, φτώχεια, οικονομικές ανατροπές».

Τη Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου παρουσιάστηκε το βιβλίο στο γεμάτο αμφιθέατρο της Τεχνόπολης. Στο πάνελ για τη συζήτηση συμμετείχαν μαζί με τους συγγραφείς οι Σταύρος Θωμαδάκης, Φοίβος Καρζής και Νίκος Χριστοδουλάκης, υπό τον συντονισμό της δημοσιογράφου Νόνης Καραγιάννη.

Οι συνέπειες της κρίσης

Ο κ. Χριστοδουλάκης ήταν ο πρώτος που πήρε τον λόγο και επεσήμανε τα βασικά σημεία του βιβλίου. Κατ” αρχάς, αναφέρθηκε στο κενό της βιβλιογραφίας που ήρθε να καλύψει: «Τι συνέπειες είχαν στην ελληνική κοινωνία οι πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης; Ο λόγος αυτής της μεγάλης έλλειψης […] είναι η πολιτική αμηχανία, η οποία χαρακτηρίζει και αυτούς που κατά καιρούς εφαρμόζουν τις πολιτικές -διότι ενδεχομένως ανακαλύπτουν δυσάρεστες πλευρές και συνέπειες αυτών που επαγγέλλονται ότι θα φέρουν τη λύση στην κρίση-, αλλά και αυτούς που αντιμάχονται τις πολιτικές αυτές, διότι η αλήθεια είναι πιο περίπλοκη από τα εύκολα ζητήματα που κατά καιρούς προβάλλουν. Αυτήν την έλλειψη της καταγραφής και μελέτης των συνεπειών της κρίσης έρχεται να αναπληρώσει το βιβλίο των Ζωγραφάκη-Γιαννίτση».

Στη συνέχεια εστίασε στα βασικά του πλεονεκτήματα: «Πρώτα απ” όλα στηρίζεται σε πρωτογενή στοιχεία, τα οποία είναι πολύ εξειδικευμένα και σε αρκετές περιπτώσεις ομαδοποιημένα και εξατομικευμένα, και όχι μόνο σε μακροοικονομικά αθροίσματα, πράγμα που τους επιτρέπει να χωρίσουν και να αξιολογήσουν τις επιπτώσεις της κρίσης ανά κατηγορίες, τομείς, κλάδους της οικονομίας και προπαντός ανά επίπεδο εισοδήματος. Αυτό οδηγεί σε μία κατάλυση των πολιτικών μύθων ότι όλοι οι Έλληνες κάνουν θυσίες και οι θυσίες αυτές θα πρέπει να γίνουν σεβαστές […].

»Το δεύτερο πλεονέκτημα του βιβλίου είναι ότι δεν υιοθετεί εκ των προτέρων μία άποψη για την έκβαση της κρίσης, αλλά αξιολογεί την πορεία των συνεπειών της σημείο προς σημείο, αφήνοντας τον αναγνώστη να δει τι θα μπορούσε κάθε στιγμή να είναι διαφορετικό ή να έχει μία εναλλακτική κατεύθυνση.
Το βιβλίο μπορεί να είναι λίγο δύσκολο στην ανάγνωσή του, αν και η εισαγωγή των συγγραφέων είναι ιδιαίτερα επεξηγηματική. Ωστόσο, το βασικό πρόβλημά του είναι άλλο, σύμφωνα με τον κ. Χριστοδουλάκη: «Το βασικό πρόβλημα του βιβλίου είναι ότι δεν είναι πολιτικά εύπεπτο, διότι τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει θα προκαλέσουν αρκετές ανησυχίες, αναζητήσεις και δεύτερες σκέψεις σε πολλούς που έχουν μία μονομερή θεώρηση των πραγμάτων είτε κατά είτε υπέρ των πολιτικών που εφαρμόστηκαν».

Τα δίδυμα ελλείμματα

Έπειτα, ο κ. Χριστοδουλάκης αναφέρθηκε στο ερώτημα αν έχουν εξαλειφθεί οι βασικές αιτίες της κρίσης, όπως το απαντούν οι δύο συγγραφείς. Ο λόγος, ασφαλώς για τα δίδυμα ελλείμματα πριν από την κρίση και για την εξάλειψή τους κατά τη διάρκεια της προσαρμογής: «Η θεραπεία που εφαρμόστηκε για να φτάσουμε στη σημερινή κατάληξη ακολούθησε δρόμους που όχι μόνο δεν επέλυσαν τις γενεσιουργές αιτίες της κρίσης, αλλά δημιούργησαν μία παρακαταθήκη μελλοντικής κρίσης.

»Πχ. το δημοσιονομικό έλλειμμα προήλθε από τις δημόσιες δαπάνες, οι οποίες από το 34% το 2004 εκτοξεύτηκαν στο 42% το 2009 και τόσο παραμένουν και σήμερα. Τα έσοδα, τα οποία ήταν 38% το 2004 και παρέμειναν λίγο-πολύ στο ίδιο επίπεδο το 2009, δεν απετέλεσαν -παρά το γεγονός ότι ξέφυγαν λίγο- την κύρια δύναμη που πυροδότησε την κρίση. Παρ” όλα αυτά ανέβηκαν στο 46% σήμερα. Οι δε [δημόσιες] επενδύσεις, που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ανάπτυξη, από 6 δισ. ευρώ σήμερα έχουν συρρικνωθεί στο 1 δισ. Αυτό που αποτυπώνουν οι συγγραφείς με μία ενάργεια απόγνωσης είναι ότι ενώ το φούσκωμα του ελλείμματος έγινε μέσω των δαπανών, το ξεφούσκωμα του ελλείμματος έγινε μέσω των φόρων και της συρρίκνωσης των επενδύσεων, πράγμα που δημιουργεί μία βραδυφλεγή βόμβα, άκρως αντιαναπτυξιακή και προβληματική για τα επόμενα χρόνια.

»Το εξωτερικό έλλειμμα είχε τη συνέπεια της εσωτερικής υποτίμησης, μέσω της οποίας θα ενεργοποιείτο ο μηχανισμός της ανταγωνιστικότητας. Και αυτός θα αύξανε τις εξαγωγές και θα μείωνε το όντως αδιανόητο εξωτερικό έλλειμμα, το οποίο είχε φτάσει στο επίπεδο των 50.000 δολαρίων κατ” άτομο – το μεγαλύτερο παγκοσμίως εδώ και πολλά χρόνια. Παρ” όλα αυτά, όταν έγινε η εσωτερική υποτίμηση προκάλεσε μεν μία μείωση κατά 25% των μισθών του ιδιωτικού τομέα, οι εξαγωγές ελάχιστα κινήθηκαν ανοδικά. […] Η διόρθωση του ισοζυγίου, η οποία είναι εντυπωσιακή, έγινε σχεδόν αποκλειστικά με τη συρρίκνωση της ζήτησης λόγω της κρίσης, πράγμα που σημαίνει ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος αναζωπύρωσής του με το που θα πάρει μπροστά η ανάκαμψη».

Οι μεγάλοι χαμένοι

Ο κ. Χριστοδουλάκης ανέδειξε επίσης ένα στοιχείο που κατάφεραν να φέρουν στο φως οι συγγραφείς και δεν έχει συζητηθεί επαρκώς έως τώρα: «Ένα άλλο σημείο στο οποίο οι συγγραφείς επιτυγχάνουν μία ανατροπή στα έως τώρα προσλαμβανόμενα είναι όταν συγκρίνουν τις περικοπές και τις μειώσεις εισοδημάτων ανάμεσα στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. […] Ναι μεν υπήρξαν οι ανάλογες περικοπές μισθών και στον δημόσιο τομέα, ο δημόσιος τομέας καλύφθηκε από ένα πέπλο προστατευτισμού, το οποίο τον βοήθησε με χαριστικές πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, πράγμα το οποίο βοήθησε περίπου 800.000 άτομα κυρίως του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα να βγουν στη σύνταξη, και επίσης προστάτευσε όσο γίνεται περισσότερο τις αποδοχές του δημόσιου τομέα.

»Έτσι ενώ πριν την κρίση, το 2008, υπήρχε ένα χάσμα μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου μισθού περίπου 35%, σήμερα το χάσμα αυτό είναι 53%. […] Επίσης η εντατικοποίηση της εργασίας είναι πολύ σκληρότερη και απάνθρωπη στον ιδιωτικό τομέα. Συμπέρασμα, οι μεγάλοι χαμένοι της κρίσης είναι οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα και οι επιχειρήσεις που έκλεισαν. Ταυτόχρονα είναι και οι μεγάλοι αγνοημένοι, γιατί κανείς δεν μιλά για αυτούς. Αυτοί ζουν κάτω από το ραντάρ των κομμάτων και των μέσων ενημέρωσης».

Η ομάδα των συνταξιούχων

Από την πλευρά του, ο Φοίβος Καρζής μίλησε για το συνταξιοδοτικό, όπως το θίγουν οι δύο συγγραφείς: «Γιαννίτσης-Ζωγραφάκης αναλύουν τις επιπτώσεις της κρίσης στα εισοδήματα και καταλήγουν ότι η αρνητική επίδραση ήταν πολύ μεγαλύτερη στους μισθούς παρά στις συντάξεις – και μάλιστα στις χαμηλές συντάξεις. Δεν μιλάω για το 2012 γιατί έχουν ενταχθεί στους συνταξιούχους πολύ μεγάλα ποσοστά.

»Ταυτόχρονα, η σχετική σημασία αυτού του τμήματος στο εκλογικό σώμα αυξάνει. Οι συνταξιούχοι φτάνουν στο 1/3 των εκλογέων στις τελευταίες εκλογές σύμφωνα με τα στοιχεία της Public Issue ή στο ¼ σύμφωνα με τα στοιχεία της Metron Analysis. Αυτό ερμηνεύει πολύ καλύτερα τις υψηλές αντιστάσεις να αγγίξει κανείς τις συντάξεις: αφενός γιατί είναι ένα ακροατήριο που αποδεικνύεται το ανθεκτικότερο για τα κόμματα του μεταπολιτευτικού δικομματισμού και αφετέρου γιατί είναι τόσο μεγάλο σε όγκο, που κανείς δεν θέλει να το αγγίξει».

Ο ίδιος διάβασε στη συνέχεια ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο: «Από την ελληνική πλευρά, κυριάρχησε η πεισματική αντίληψη ότι οι αλλαγές σε σωρεία προβληματικών σχέσεων, ανισοτήτων ή προνομιακών προσόδων που είχαν θεσπιστεί υπέρ ορισμένων επαγγελμάτων θα ήταν πολιτικά επιζήμιες και ότι θα ήταν δυνατόν να διατηρηθούν όλα όσα χαρακτήριζαν την κατάσταση πριν από την κρίση και συνέτειναν στο ξέσπασμά της».

Κατά μέσο όρο… αποπροσανατολισμός

Ο κ. Ζωγραφάκης τόνισε την ανάγκη να αποφεύγουμε τη χρήση των μέσων όρων, γιατί μας οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα: «Διαπιστώσαμε ότι είναι πρόβλημα να αναφερόμαστε σε μέσους όρους μεγεθών. […] Πίσω από τα μέσα μεγέθη κρύβονται τρομακτικές διαφοροποιήσεις που έχουν προκύψει για σημαντικά υποσύνολα που έχουν χάσει σχεδόν τα πάντα. Αντίστροφα, κάποια άλλα υποσύνολα κρύβονται έχοντας σημαντικά καλύτερη θέση.

Ο ίδιος πρόσθεσε κάποιες σημαντικές διαπιστώσεις: «Οι διακυμάνσεις των εισοδημάτων στα χρόνια της κρίσης είναι μεγάλες. […] Υπάρχουν νοικοκυριά που γκρεμοτσακίστηκαν από τη σκάλα και βρέθηκαν στα χαμηλότερα [εισοδηματικά] σκαλιά. Υπάρχουν νοικοκυριά που κατέβηκαν λιγότερα σκαλιά, νοικοκυριά που παρέμειναν στην ίδια θέση και τέλος νοικοκυριά που ανέβηκαν σκαλιά. Το συμπέρασμα ότι οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι δεν είναι αληθές».

Συμπλήρωσε, επίσης: «Τα ευρήματα της μελέτης μας για τα ζητήματα που εξετάζουμε έχουν μεγαλύτερη χρησιμότητα αν μπορούν να βοηθήσουν την άσκηση πολιτικής. Παράδειγμα, πώς διαχειριζόμαστε τους ελάχιστους πόρους για κοινωνική πολιτική και ποια είναι τα κατάλληλα μέτρα για την καταπολέμηση της φτώχειας και μάλιστα στις ακραίες της μορφές; Το ΕΚΑΣ, για παράδειγμα, ήταν ένα σημαντικό εργαλείο πολιτικής για τη στήριξη των μικροσυνταξιούχων στα χρόνια προ κρίσης. Σήμερα χρειαζόμαστε κατεπειγόντως ένα αντίστοιχο ΕΚΑΣ, αλλά για τα νοικοκυριά με άνεργα μέλη, με προτεραιότητα τα νοικοκυριά που έχουν παιδιά. […] Ίσως το κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης είναι ένα από τα πιο σημαντικά μέτρα σε αυτή την κατεύθυνση».

Κλείνοντας, δε, έκανε μία διαπίστωση με νόημα: «Χωρίς ηθικούς κανόνες, χωρίς εμπιστοσύνη μεταξύ μας, δεν θα βρούμε ποτέ έναν άλλον Παράδεισο από αυτόν που τώρα έχουμε εκδιωχθεί».

Η μεγάλη αμφίδρομη αλυσίδα

Τελευταίος πήρε τον λόγο ο κ. Γιαννίτσης, ο οποίος αναφέρθηκε στους αρχικούς τους στόχους: «Θελήσαμε να δούμε τη μεγάλη αμφίδρομη αλυσίδα που ξεκινά από την αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας, συνεχίζει στις μακροοικονομικές ανισορροπίες και φτάνει στις ανατροπές στην κατανομή του εισοδήματος και πώς αυτά αλληλοεπηρεάζονται και έτσι να καλύψουμε την αλυσίδα που ξεκινά από τις κεντρικές πολιτικές και καταλήγει στις επιπτώσεις τους για τα επιμέρους τμήματα της κοινωνίας μας (νοικοκυριά και άτομα).

»Θελήσαμε επίσης να εξετάζουμε σε βάθος περισσότερα βασικά ζητήματα πολιτικής. […] Ένα από αυτά είναι η αλματώδης άνοδος της φορολογίας -συνεχώς από το 2010 και μετά. […] Αν αυξανόταν η φορολογία και ήταν δίκαιη, να πει κανείς εντάξει. Όμως έγινε με παράλληλη διατήρηση εντελώς αδικαιολόγητων προνομιακών φορολογικών καθεστώτων, με την ανοχή, την αδιαφορία ή και την αποδοχή της φοροδιαφυγής και την παράλληλη κρατική επιδότηση της πρόωρης συνταξιοδότησης εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων είτε από τον ιδιωτικό είτε από τον δημόσιο τομέα».

Όσον αφορά στην ανισότητα, σχετικοί δείκτες που έδειχναν το μέγεθος του προβλήματος, όπως ο δείκτης Gini, ήταν από τους χειρότερους στην Ευρώπη ήδη πριν από την κρίση. Ο κ. Γιαννίτσης σχολίασε: «Ήδη πριν την κρίση είχαμε μία από τις υψηλότερες θέσεις ανισότητας στην Ευρώπη […] αλλά το δημόσιο πολιτικό ενδιαφέρον στη χώρα μας είναι πολύ περιορισμένο. Και θα ήθελα να το τονίσω: η σημασία των ανισοτήτων ξεπερνά κατά πολύ τη σχέση με την κοινωνική δικαιοσύνη ή την κοινωνική αλληλεγγύη. Το θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης και κοινωνικής αλληλεγγύης είναι ένα θέμα αξιακό. […] Όμως οι ανισότητες έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη δημιουργία της κρίσης και επηρέασαν και την εξέλιξη της κρίσης. Και όσο δεν αντιμετωπίζεται αυτή η κρίσιμη επίδραση των κοινωνικών ανισοτήτων στη δημιουργία μακροοικονομικών ανισορροπιών, τόσο αυτό θα μπλοκάρει τη συνολική εξέλιξη της χώρας».

Ο επόμενος Παράδεισος

Ένα ακόμα συμπέρασμα του βιβλίου είναι σύμφωνα με τον κ. Γιαννίτση: «Η κοινωνία βίωσε μία σημαντική και βίαιη συνολική φτωχοποίηση σε συνθήκες σταθερής ή μικρής μεταβολής της συνολικής ανισότητας. Αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, έχει παρατηρηθεί και σε άλλες χώρες κρίσης. Μεσαία ή υψηλότερα στρώματα πέρασαν σε παλιές ή γνωστές μορφές φτώχειας, όμως επιδεινώθηκε τόσο η έκθεση, όσο και η ένταση της φτώχειας. […] Η φτώχεια έπληξε ασύμμετρα τις ηλικίες. Τη χειρότερη θέση έχουν οι νέοι 18-25 ετών, ακολουθούν τα ανήλικα παιδιά κάτω των 18 ετών […]».

Ο κ. Γιαννίτσης έκλεισε επισημαίνοντας τι θα πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα: «Ο επόμενος Παράδεισος -όταν θα τον βρούμε- θα είναι θεμελιακά διαφορετικός και δεν ξέρω καν αν θα μπορούμε να τον πούμε Παράδεισο. Όμως και αυτόν θα πρέπει να τον οικοδομήσουμε με μεγάλη προσπάθεια, δύσκολες αποφάσεις, αλλαγές αντιλήψεων και κοινωνικών και πολιτικών συμπεριφορών. Και ο μετασχηματισμός αντιλήψεων, αξιών και συμπεριφορών είναι πολύ δύσκολος και παίρνει χρόνο. Όμως πρέπει να γίνει, όχι μόνο για λόγους οικονομικούς, αλλά γιατί θα επηρεάσει την κοινωνική, την πολιτική, τη διεθνοπολιτική πραγματικότητα και θέση της χώρας, καθώς όλες αυτές οι διαστάσεις αλληλοεξαρτώνται».

*Το παρόν άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο newmoney.gr.